Τα κλειστά Στενά του Ορμούζ φέρνουν «μαύρες τρύπες» σε προϋπολογισμό και ομόλογα – Στο τραπέζι νέα μέτρα στήριξης αν η κρίση συνεχιστεί και το 2027.
Η παρατεταμένη αναταραχή στις αγορές εξαιτίας των κλειστών Στενών του Ορμούζ, επιβεβαιώνει τις αρχικές εκτιμήσεις ότι δεν πρόκειται για ένα ακόμη επεισόδιο γεωπολιτικής αστάθειας που θα περάσει γρήγορα για την ελληνική οικονομία. Η ανησυχία στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, πλέον είναι πολύ πιο βαθιά και αφορά το πώς μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση μπορεί να αρχίσει να διαβρώνει σταδιακά την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, τα δημόσια οικονομικά, τις αγορές ομολόγων και τελικά την ίδια τη δυνατότητα της κυβέρνησης να συνεχίσει να στηρίζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις χωρίς να ανοίξει νέος κύκλος αμφισβήτησης για τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Στις Βρυξέλλες επιμένουν επισήμως ότι η κρίση μπορεί να αποκλιμακωθεί μέσα στο 2026
Η εικόνα που μεταφέρουν κυβερνητικά στελέχη είναι ότι η Αθήνα δεν φοβάται ένα άμεσο σοκ τύπου 2010, αλλά μια αργή και επίμονη φθορά που θα κρατήσει μήνες και θα πιέζει ταυτόχρονα όλα τα μεγέθη. Η ενεργειακή κρίση έχει ήδη συμπληρώσει τρεις μήνες. Οι τιμές του Brent κινούνται σταθερά σε υψηλά επίπεδα, οι αγορές φυσικού αερίου παραμένουν νευρικές και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν να παραδέχονται ότι η υπόθεση γρήγορης επιστροφής στην κανονικότητα ήταν υπερβολικά αισιόδοξη.
Στις Βρυξέλλες επιμένουν επισήμως ότι η κρίση μπορεί να αποκλιμακωθεί μέσα στο 2026. Οι εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν στηρίζονται ακριβώς σε αυτή την παραδοχή. Ωστόσο πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις, ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι κανείς δεν ξέρει πόσο θα διαρκέσει η αναταραχή στις ενεργειακές ροές και κυρίως τι θα συμβεί αν η αγορά αρχίσει να θεωρεί τη σημερινή κατάσταση ως «νέα κανονικότητα».
Η μείωση του ελληνικού χρέους
Αυτό ακριβώς φοβάται πλέον και η Αθήνα, αν και το ελληνικό χρέος μειώνεται με ταχύτερο ρυθμό από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Το οικονομικό επιτελείο συνεχίζει να προβάλλει ως βασικό επιχείρημα το γεγονός ότι ο δείκτης χρέους αναμένεται να κινηθεί κοντά στο 136,8% του ΑΕΠ φέτος, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει πάνω από το 3% του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι αυτή η εικόνα λειτουργεί ως βασική ασπίδα απέναντι σε μια νέα περίοδο διεθνούς αστάθειας.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο το ύψος του χρέους όσο η συμπεριφορά των αγορών. Στο οικονομικό επιτελείο παρακολουθούν με ιδιαίτερη ανησυχία την επιστροφή της μεταβλητότητας στα ευρωπαϊκά ομόλογα. Οι αποδόσεις του γερμανικού δεκαετούς κινούνται πλέον σε επίπεδα που η Ευρωζώνη είχε να δει σχεδόν δύο δεκαετίες, ενώ τα γαλλικά και ιταλικά ομόλογα βρίσκονται κοντά στο 4%.
Η ελληνική αγορά μέχρι στιγμής αντέχει, ωστόσο κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι αν συνεχιστεί η πίεση στα μεγάλα ευρωπαϊκά ομόλογα και η ΕΚΤ προχωρήσει σε νέες αυξήσεις επιτοκίων, η νευρικότητα θα μεταφερθεί αναπόφευκτα και στην Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα, το βασικό άγχος της Αθήνας δεν είναι μια ακριβότερη έκδοση ομολόγων, αλλά να μην επιστρέψει η αίσθηση αβεβαιότητας που θα μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά των επενδυτών. Ο ΟΔΔΗΧ έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να δημιουργήσει ένα πιο σταθερό επενδυτικό κοινό για τα ελληνικά ομόλογα. Αυτό το περιβάλλον σταθερότητας θεωρείται πλέον κρίσιμο.
Η ενεργειακή κρίση ανοίγει δεύτερο μέτωπο
Το πιο δύσκολο κομμάτι για την ελληνική οικονομία βρίσκεται στο εξωτερικό ισοζύγιο. Η Ελλάδα παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια και η παράταση της κρίσης αυξάνει αυτόματα το κόστος εισαγωγών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να διευρυνθεί σημαντικά εξαιτίας των αυξημένων εισαγωγών ενέργειας. Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο της νέας κρίσης, γιατί επηρεάζει άμεσα την ανάπτυξη και μειώνει την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Η ανησυχία είναι διπλή, καθώς από τη μία πλευρά, η χώρα πληρώνει ακριβότερα καύσιμα, φυσικό αέριο και μεταφορές, ενώ από την άλλη, οι αυξήσεις αυτές περνούν σταδιακά στην πραγματική οικονομία, περιορίζοντας την κατανάλωση και αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος επιχειρήσεων.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι όσο παραμένει υψηλό το ενεργειακό κόστος, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να διατηρηθούν οι αναπτυξιακοί στόχοι που είχαν τεθεί πριν από την κρίση. Αυτός είναι και ο λόγος που στο ΥΠΟΙΚ παρακολουθούν πλέον σχεδόν καθημερινά όχι μόνο το Brent και το τις τιμές του φυσικού αερίου, αλλά και δείκτες όπως οι εισαγωγές ενέργειας, οι ναύλοι και το κόστος μεταφορών.
Ο πληθωρισμός γίνεται ξανά πρόβλημα
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη ανάμεσα στις χώρες με τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη και η νέα ενεργειακή κρίση ανατροφοδοτεί τις ανατιμήσεις. Στην Αθήνα γνωρίζουν ότι η ακριβή ενέργεια δεν μένει μόνο στους λογαριασμούς ρεύματος ή στα πρατήρια καυσίμων. Περνά σε τρόφιμα, μεταφορές, υπηρεσίες και τελικά στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η διαδικασία λειτουργεί με καθυστέρηση. Ακόμη κι αν οι τιμές ενέργειας αποκλιμακωθούν τους επόμενους μήνες, οι επιπτώσεις στην αγορά θα συνεχίσουν να φαίνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τα περιθώρια για market pass και επιδόματα
Αυτό εξηγεί και γιατί η κυβέρνηση ανακοίνωσε παράταση της επιδότησης στην αντλία για το πετρέλαιο κίνησης. Παρόλα αυτά, οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας περιορίζονται μόνο σε αυτή την κίνηση, ύψους 46 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς επιπλέον νέα μέτρα στήριξης. Αν και από το οικονομικό επιτελείο γνωρίζουν ότι όσο παραμένει υψηλή η ακρίβεια, τόσο μεγαλώνει η κοινωνική πίεση για νέες παρεμβάσεις, εκτιμούν οτι τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι εξαιρετικά στενά.
Τα μέχρι τώρα μέτρα ύψους 825 εκατ. ευρώ θεωρούνται διαχειρίσιμα από τις Βρυξέλλες επειδή είναι στοχευμένα και προσωρινά. Το ερώτημα όμως που αρχίζει να κυριαρχεί είναι τι θα συμβεί αν η κρίση συνεχιστεί και το 2027. Κυβερνητικές πηγές παραδέχονται ότι σε ένα τέτοιο σενάριο η πίεση για νέα επιδόματα, ενισχύσεις καυσίμων ή ακόμη και επαναφορά εργαλείων τύπου Market Pass θα μεγαλώσει αισθητά. Και εκεί ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα για τα δημόσια οικονομικά, όπως εξηγούν.
Ο φόβος της δημοσιονομικής χαλάρωσης
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες υπάρχει ήδη έντονη συζήτηση για το αν οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες μπορούν να αντέξουν μια τόσο μεγάλη και παρατεταμένη ενεργειακή κρίση. Επισήμως η Κομισιόν αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά σε γενική ρήτρα διαφυγής. Στο παρασκήνιο όμως η συζήτηση έχει ανοίξει. Η Ιταλία πιέζει όλο και πιο έντονα για μεγαλύτερη ευελιξία, ενώ αρκετές χώρες θεωρούν ότι χωρίς χαλάρωση των κανόνων θα είναι δύσκολο να συνεχιστούν οι παρεμβάσεις στήριξης. Άλλες κυβερνήσεις φοβούνται ότι μια νέα γενικευμένη χαλάρωση θα προκαλέσει έντονη ανησυχία στις αγορές ομολόγων.
Η Αθήνα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις δύο γραμμές. Από τη μία πλευρά χρειάζεται ευελιξία για να στηρίξει την οικονομία, από την άλλη, δεν θέλει να σταλεί το μήνυμα ότι η Ευρώπη επιστρέφει σε λογική ανεξέλεγκτων ελλειμμάτων. Αυτή είναι πλέον η πραγματική εικόνα για την Ελλάδα, όπου κάθε νέα απόφαση για επιδόματα, στήριξη ή δανεισμό θα πρέπει να ζυγίζεται απέναντι στις αγορές, στον πληθωρισμό και στην ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.







