ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ, ΑΚΡΙΒΕΙΑ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΟΣΤΗ ΡΟΚΑΝΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΕΡΔΗ
Ακόμα πιο παράδοξη είναι φέτος η εικόνα που παρατηρείται στα τοπικά καταστήματα του εμπορίου και της εστίασης, τα οποία παρά την αυξημένη κίνηση μέσα στον καλοκαίρι, οι τζίροι τους ακολουθούν μειωτικές τάσεις και τα έσοδα συρρικνώνονται χρόνο με τον χρόνο.
Η εστίαση εμφανίζει μεγάλα κενά μέσα στην ημέρα, κατά τα οποία η κίνηση είναι υποτονική, ενώ το εμπόριο παρά την τόνωση από τις θερινές εκπτώσεις εξακολουθεί να εξυπηρετεί πελάτες που δαπανούν ελάχιστα χρήματα. Στον αντίποδα, οι επισκέπτες στρέφονται διαρκώς στις
οικονομικότερες δυνατές επιλογές, με τα ταχυφαγεία και τα σούπερμάρκετ να βρίσκονται σταθερά σε ανοδική πορεία. Πρόκειται για μία πραγματικότητα που δεν αφορά μόνο την τοπική αγορά, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον περιορισμένης κατανάλωσης, αυξημένου
λειτουργικού κόστους και ολοένα μεγαλύτερης εξάρτησης της οικονομικής δραστηριότητας από τον τουρισμό. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνεται εμφανώς ο τουριστικός χαρακτήρας της επιχειρηματικότητας στην Κρήτη και ταυτόχρονα η διαρκής εξάρτηση από την
εποχικότητα. Στη γεωγραφική ενότητα Νήσοι Αιγαίου και Κρήτη, οι δραστηριότητες καταλύματος και εστίασης αντιστοιχούν σε περίπου 15% των νέων επιχειρηματικών εγγραφών κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με 672 νέες εγγραφές σε σύνολο 4.611.
Την ίδια στιγμή, οι νέες εγγραφές ήταν μειωμένες τόσο σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο όσο και σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του έτους, στοιχείο που καταδεικνύει και την εποχική συγκέντρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Στο λιανεμπόριο, η συνολική εικόνα της Κρήτης εμφανίζεται ποσοτικά θετική, με τον κύκλο εργασιών να αυξάνεται κατά 3,5% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν μεταφράζεται κατ’ ανάγκη σε μεγαλύτερη κατανάλωση ή
υψηλότερη κερδοφορία για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Η πανελλαδική έρευνα της ΕΣΕΕ για τις θερινές εκπτώσεις δείχνει ότι το 57,5% των επιχειρήσεων κατέγραψε χειρότερες πωλήσεις σε σχέση με πέρυσι, ενώ μόλις μία στις δέκα είδε τον τζίρο της να αυξάνεται. Παράλληλα, για οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις το λειτουργικό κόστος έχει αυξηθεί έως και 20% από τις αρχές του έτους.
Στο Ρέθυμνο, οι επαγγελματίες περιγράφουν μια αγορά όπου η κίνηση παραμένει ικανοποιητική, αλλά η κατανάλωση γίνεται ολοένα πιο συγκρατημένη. Στην εστίαση, τα γεμάτα καταστήματα για λίγες ώρες δεν αρκούν πλέον για να καλύψουν το κόστος λειτουργίας μιας ολόκληρης
ημέρας, ενώ στο εμπόριο οι καταναλωτές, ντόπιοι και επισκέπτες, περιορίζουν τις αγορές τους και ιεραρχούν αυστηρότερα τις ανάγκες τους. Η στροφή σε φθηνότερες επιλογές, η ενίσχυση των αγορών από τα σούπερ μάρκετ και η πίεση από τις αυξήσεις σε ενέργεια, πρώτες ύλες,
μισθολογικό κόστος και φορολογικές επιβαρύνσεις συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η αυξημένη τουριστική κίνηση δεν μετατρέπεται αυτόματα σε αντίστοιχη αύξηση εισοδήματος για την τοπική αγορά. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο πόσοι καταναλωτές βρίσκονται στους δρόμους της πόλης, αλλά πόσα και τι είδους χρήματα τελικά αφήνουν πίσω τους.
«Τα τελευταία δύο χρόνια βλέπουμε ότι η μείωση των κερδών είναι κάτι που γίνεται αργά και σταθερά πλέον»
Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Χάρης Αυγουστάκης, αντιπρόεδρος του Σωματείου Εστίασης στο Ρέθυμνο, το παράδοξο των γεμάτων καταστημάτων, αλλά και των μειωμένων τζίρων εξηγείται ως εξής: «Έχει να κάνει με το ύψος της απόδειξης, δηλαδή το μέγεθος της
κατανάλωσης. Στην παρούσα φάση η κατανάλωση βρίσκεται σε πτωτική τάση. Το ότι τα μαγαζιά είναι γεμάτα είναι κάτι που πρέπει να δούμε με πιο ευρύτερη έννοια. Όταν θα πάει ο πελάτης σε ένα μαγαζί στις 8-9 και 10 το βράδυ, φυσικά θα είναι γεμάτο το 80% των καταστημάτων.
Αλλά ένα μαγαζί δεν μπορεί να δουλέψει αποτελεσματικά όταν είναι γεμάτο τρεις ώρες. Τα μαγαζιά της εστίασης, τόσο του φαγητού, όσου και των καφέ, που σερβίρουν φαγητό, λειτουργεί η κουζίνα τους περίπου 12 ώρες. Αν από αυτές είναι γεμάτα τις τρεις, τότε δεν φτάνει,
πρέπει να είναι τουλάχιστον τις οκτώ ώρες για να μπορούν να βγουν τα λειτουργικά έξοδα». Σύμφωνα με τον ίδιο, ιδιαίτερα μαγαζιά σε τουριστικές περιοχές και στο παραλιακό μέτωπο δούλεψαν ελάχιστα τις μεσημβρινές ώρες, ενώ στην Παλιά Πόλη, αρκετά καταστήματα μετά τις 11
το βράδυ ήταν σχεδόν άδεια. Αναφορικά με το αν έχουν στενέψει πλέον τα περιθώρια για αυξημένα κέρδη από την εστίαση, ο κ. Αυγουστάκης έθεσε ως παράδειγμα τα περιορισμένα νέα ΑΦΜ για καταστήματα και τη συνολική αύξηση του λειτουργικού κόστους. «Τα τελευταία δύο χρόνια βλέπουμε
ότι η μείωση των κερδών είναι κάτι που γίνεται αργά και σταθερά πλέον. Τα κέρδη από το 2022 και μετά κάθε χρόνο μειώνονται. Όταν αυξάνονται τα έξοδα για το προσωπικό, γιατί κάθε φορά που ανεβαίνεις καλώς ο κατώτατος μισθός, αυτό συμπαρασύρει και όλα όσα έχουν σχέση με αυτό,
επιδόματα, ασφαλιστικές εισφορές. Επιπλέον ανεβαίνει το κόστος της ενέργειας και των πρώτων υλών, ανεβαίνουν τα δημοτικά τέλη, η φορολογία, οπότε βρισκόμαστε σε μία κατάσταση που συνεχώς πιέζει τα κέρδη μας». Παρ’ όλα αυτά, οι τιμές, όπως επεσήμανε ο κ. Αυγουστάκης
δεν έχουν αυξηθεί φέτος, αντίθετα έχουν μείνει στα υψηλά επίπεδα του 2024 και του 2025. «Είμαι σίγουρος ότι ένα μέρος της αύξησης, την απορροφούν πάρα πολλά καταστήματα, γιατί δεν μπορούν να αυξάνουν τις τιμές τους συνεχώς, θα χάσουν την πελατεία τους. Ειδικά όσοι δουλεύουν
με Έλληνες. Έχουμε όμως και το εξής παράδοξο. Στις τουριστικές περιοχές αυξήθηκε φέτος κατά 15-20% ο τζίρος των σούπερ μάρκετ. Νομίζω ότι για τη φετινή σεζόν θα είναι ευχαριστημένοι μόνο όσοι θα έχουν μονοψήφια πτώση στους τζίρους τους. Όσο καλά και να πάνε ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβριος δεν πρόκειται να αλλάξουν κατά πολύ την εικόνα της φετινής σεζόν», κατέληξε.
«Ο κόσμος στρέφεται πλέον πιο εύκολα στο γρήγορο και φθηνό γεύμα»
Μία εντελώς διαφορετική εικόνα, τουλάχιστον ως προς την κίνηση και τα κέρδη περιέγραψε στα «Ρ.Ν.», ο Λάμπρος Πατεράκης, ιδιοκτήτης γνωστού ταχυφαγείου στην πόλη. Σύμφωνα με τον κ. Πατεράκη, το γρήγορο φαγητό διαρκώς ανεβαίνει σε ζήτηση και δημοφιλία, τόσο από τους επισκέπτες,
όσο και από τους ντόπιους, καθώς είναι συγκριτικά, πολύ οικονομικότερο. Πρόκειται εκτός για μία ένδειξη των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία και μία αλλαγή κουλτούρας, απομάκρυνσης από το μαγειρευτό φαγητό. «Νομίζω ότι για εμάς ήταν μία καλή σεζόν, εμείς
είμαστε ευχαριστημένοι. Αυτό που υποφέρει είναι το ακριβό τραπέζι, όχι εμείς, αλλά το γεύμα που θα κοστίσει 30-40-50 ευρώ το άτομο.
Ο κόσμος στρέφεται πλέον πιο εύκολα στο γρήγορο και φθηνό γεύμα ή στο μαγειρευτό με 6-7 ευρώ. Αυτό που υποφέρει και έχει πρόβλημα είναι το ακριβό φαγητό», σχολίασε ο κ. Πατεράκης, εξηγώντας βέβαια ότι τα έξοδα συνεχίζουν να αυξάνονται και για τις επιχειρήσεις, συναντώντας
διαρκώς ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες. «Παλαιότερα οι οικογένειες έτρωγαν σουβλάκι μία φορά την εβδομάδα, το Σαββατοκύριακο και θεωρούνταν ατασθαλία, τώρα βρίσκεται στην καθημερινότητα εργαζομένων και επισκεπτών. Έχουν αλλάξει τα δεδομένα, εμείς είχαμε μεγαλώσει με μεσημεριανό
και βραδινό σπίτι και στις διακοπές φαγητό σε μία ταβέρνα και ένα εστιατόριο», ανέφερε. Τέλος, σύμφωνα με εκτιμήσεις του, η τιμή στο τυλιχτό σουβλάκι δεν πρόκειται να ανέβει παραπάνω στο άμεσο μέλλον, καθώς έχει πλησιάσει αισθητά πλέον τις τιμές του μαγειρευτού φαγητού.
«Οι εκπτώσεις δεν έδωσαν κάτι περισσότερο από αυτό που περιμέναμε, οι προσδοκίες μας ήταν πολύ υψηλότερες»
Την ίδια στιγμή χωρίς το αναμενόμενο αντίκρυσμα ολοκληρώθηκαν οι θερινές εκπτώσεις και η καλοκαιρινή σεζόν για τον εμπορικό κόσμο του Ρεθύμνου, όπως εξήγησε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», η Αθηνά Τσικιντίκου, πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ρεθύμνου.
«Θα πρέπει να δούμε την πραγματικότητα στο τοπικό εμπόριο με τιμιότητα και ψυχραιμία. Σίγουρα, λειτούργησε καλά το κομμάτι των θερινών εκπτώσεων και κινήθηκαν τα χρήματα στην αγορά, αλλά δεν ήταν το αναμενόμενο. Ήταν τόσο όσο.
Οι εκπτώσεις δεν έδωσαν κάτι περισσότερο από αυτό που περιμέναμε, οι προσδοκίες μας ήταν πολύ υψηλότερες. Φέτος και οι ξένοι και οι ντόπιοι κινήθηκαν πάρα πολύ χαμηλά, σε κάθε είδος κατανάλωσης. Αν μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους μέσα στο ξενοδοχείο, θα το έκαναν εκεί, αν μπορούσαν να πάρουν αλκοόλ και ρούχα από το σούπερ μάρκετ, θα το έκαναν.
Θεωρώ ότι έχει αλλάξει λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, οι δυνατότητες και οι διαθέσεις των πελατών και ειδικά των ξένων», ανέφερε η κ. Τσικιντίκου. Σε μία σύγκριση με την περσινή χρονιά, η κ. Τσικιντίκου σχολίασε στα «Ρ.Ν.»: «Λόγω του πληθωρισμού, τα 1000 πέρσι είχαν άλλη αξία φέτος. Σίγουρα όμως και οι τουρίστες και οι ντόπιοι καταναλωτές έχουν ιεραρχήσει που θα δώσουν χρήματα και σε τι.
Αν βγαίνεις λοιπόν στην αγορά με ξεκάθαρη ιεράρχηση, αυτόματα δεν μπορείς να ξεφύγεις από τον προϋπολογισμό που έχει ήδη προκαθοριστεί. Το καινούργιο στοιχείο είναι ότι κάθε χρόνο η ιεράρχηση γίνεται και πιο σφιχτή», συμπληρώνοντας επίσης ότι: «Όταν ο πελάτης μπαίνει στη
διαδικασία των εκπτώσεων, ουσιαστικά ψάχνει να πάρει κάτι που πιθανώς στην πατρίδα του θα ήταν πολύ ακριβότερο. Οι εκπτώσεις δεν έχουν κάτι συγκεκριμένο, πάντα λειτουργούν θετικότερα, γιατί ο αλλοδαπός τουρίστας αγοράζει κάτι που δεν έχει ξαναδεί. Τα έχει δει στη χώρα του, δεν υπολόγισε ότι θα τα βρει εδώ, οπότε υπολόγισε ότι η τιμή του είδους είναι ΟΚ».https://rethnea.gr/author/kostakoglou/









