«Σήμα» κίνδυνου εκπέμπουν οι γιατροί του Νοσοκομείου Ρεθύμνου -Οριακή και επισφαλής η λειτουργία του ιδρύματος

Ημερομηνία:

Κοινή συνέντευξη τύπου από τους ιατρούς που ζητούν την προκήρυξη όλων των κενών θέσεων, την θέσπιση κινήτρων και τη βελτίωση των υποδομών ώστε το δημόσιο σύστημα υγείας να παραμείνει όρθιο και να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες

Υποστελέχωση, κενές οργανικές θέσεις, εξαντλητικό πρόγραμμα εφημεριών, αναμονές στα χειρουργεία και σοβαρές ελλείψεις σε κρίσιμες ειδικότητες συνθέτουν μέρος της εικόνας της υφιστάμενης λειτουργίας του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, που εκπέμπει σήμα “κινδύνου” για την δημόσια υγεία στο Νομό.

Πιο συγκεκριμένα την παραπάνω εικόνα της οριακής λειτουργίας του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, αλλά και ευρύτερα των δημόσιων δομών υγείας στον Νομό, παρουσίασαν οι εκπρόσωποι της Ένωσης Γιατρών Ρεθύμνου, ο Ιατρικός Σύλλογος και οι διευθυντές κλινικών σε κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν τη Δευτέρα.

Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα στοιχεία που σήμερα αποκαλύπτουν την μεγάλη υποστελέχωση, τις παραιτήσεις γιατρών και νοσηλευτών, αλλά και ελλείψεις σε κρίσιμες ειδικότητες. Παράλληλα, οι ιατροί μετέφεραν τις δυσκολίες στη λειτουργία των χειρουργείων και της ΜΕΘ, ενώ τονίστηκε πως οι συνεχείς μετακινήσεις προσωπικού δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις μόνιμες προσλήψεις, αλλά αποτελούν “μπαλώματα” σε μια κατάσταση που πλέον είναι οριακή. Παράλληλα, επισημάνσεις έγιναν και για τα Κέντρα Υγείας και περιφερειακά ιατρεία τα οποία καλούνται υποστελεχωμένα να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες.

Οι γιατροί υποστήριξαν ότι η κατάσταση δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο του Ρεθύμνου, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα που, όπως ανέφεραν, αφορά τα περιφερειακά Νοσοκομεία και συνολικά το δημόσιο σύστημα υγείας.

«Δεν ζητάμε τα εύσημα αλλά πραγματική ενίσχυση για να δουλεύουμε με αξιοπρέπεια και να μπορούμε να είμαστε αποτελεσματικοί για τους ασθενείς μας», τόνισε η παιδίατρος και πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, Πελαγία Νεονάκη.

6.500 περιστατικά τον Αύγουστο: «Βγήκαν με πάρα πολύ κόπο», λέει η πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών Π. Νεονάκη
Όπως ανέφερε η κ. Νεονάκη, το Νοσοκομείο Ρεθύμνου βίωσε στην καθημερινότητά του ένα ιδιαίτερα δύσκολο καλοκαίρι.

Τα περίπου 6.500 περιστατικά που καταγράφηκαν τον Αύγουστο αντιμετωπίστηκαν μέσα σε συνθήκες σημαντικής πίεσης για το προσωπικό. «Τα 6,5 χιλιάδες περιστατικά που είχαμε τον Αύγουστο και ανέφερε ο διοικητής βγήκαν με πάρα πολύ κόπο και δυσκολία», ανέφερε χαρακτηριστικά η κα Νεονάκη.

Η ίδια υποστήριξε ότι η πραγματικότητα αποτυπώνεται τόσο στα βιώματα των ασθενών όσο και στους αριθμούς και επανέλαβε την ανάγκη για ουσιαστική ενίσχυση του Νοσοκομείου, με μόνιμες προσλήψεις και κάλυψη των οργανικών θέσεων.

Μόλις στο 60% η γενική κάλυψη των οργανικών θέσεων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη συνέντευξη Τύπου, το Νοσοκομείο Ρεθύμνου είναι καλυμμένο περίπου στο 60% των οργανικών θέσεων.

Η εικόνα, όπως υποστήριξαν οι εκπρόσωποι των γιατρών, είναι ακόμη πιο δύσκολη στις βασικές κλινικές και τμήματα, όπου η κάλυψη του ιατρικού προσωπικού σε αρκετές περιπτώσεις βρίσκεται κάτω από το 50%.

Οι γιατροί επισημαίνουν παράλληλα ότι οι οργανικές θέσεις στις οποίες αναφέρονται είναι αυτές που προβλέπει ο οργανισμός του 2012, ο οποίος, όπως υποστηρίζουν, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες του σημερινού πληθυσμού του Ρεθύμνου, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες.

Συνολικά, όπως τονίστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα “μετρά” 25 κενές οργανικές θέσεις ιατρών, ενώ ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι ελλείψεις σε νοσηλευτικό προσωπικό, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, καταγράφονται περίπου 45 κενές οργανικές θέσεις.

Ελλείψεις σε κρίσιμες κλινικές και τμήματα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε η Ένωση Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, για τις ελλείψεις σε κομβικές κλινικές και τμήματα του νοσηλευτικού ιδρύματος, όλες αντιμετωπίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα ζητήματα με τη στελέχωσή τους.

Στο ΤΕΠ, όπως περιέγραψε η κα Νεονάκη, παραθέτοντας τα στοιχεία, η λειτουργία στηρίζεται εδώ και χρόνια σε μόλις δύο γιατρούς, με μετακινήσεις προσωπικού από Κέντρα Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα, αλλά και με αυξημένο αριθμό εφημεριών για ειδικευόμενους και αγροτικούς γιατρούς.

Η ΜΕΘ, που διαθέτει επτά κλίνες, λειτουργεί σύμφωνα με τα όσα μετέφερε η ίδια, με πολύ λιγότερους γιατρούς από όσους προβλέπονται, ενώ η Ορθοπεδική έχει απομείνει με δύο ειδικευμένους γιατρούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενές εφημερίες και διακομιδές περιστατικών σε γειτονικά νοσηλευτικά ιδρύματα του νησιού.

Στην Παθολογική κλινική αντίστοιχα υπηρετούν δύο γιατροί, με τα τακτικά ιατρεία να παραμένουν κλειστά εδώ και χρόνια, ενώ ελλείψεις καταγράφονται επίσης στο Αναισθησιολογικό, το Γαστρεντερολογικό, το Ουρολογικό, την Ψυχιατρική, τη Νευρολογική και την ΩΡΛ.

Στη Νευρολογική κλινική, μάλιστα, υπηρετεί ένας γιατρός αντί για δύο και, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η κα Νεονακη, καλύπτει παράλληλα εφημερίες στα Χανιά, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει νευρολόγος σε εφημερία στο Ρέθυμνο. Αντίστοιχα, η απουσία ογκολόγου οδηγεί τους ασθενείς που χρειάζονται χημειοθεραπεία σε άλλα νοσοκομεία της Κρήτης.

Αναμονές, αποχωρήσεις και ελλείψεις σε εξοπλισμό
Η πίεση αποτυπώνεται και στη λειτουργία των χειρουργείων, όπου περισσότεροι από 150 ασθενείς βρίσκονται σε αναμονή, με τις ελλείψεις τόσο στο Χειρουργικό όσο και στο Αναισθησιολογικό να δυσκολεύουν περαιτέρω την κατάσταση.

Από τον Ιανουάριο του 2022, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωσης, έχουν αποχωρήσει περίπου 30 ειδικευμένοι γιατροί, εκ των οποίων μόλις έξι λόγω συνταξιοδότησης, ενώ οι υπόλοιποι παραιτήθηκαν, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η κα Νεονάκη, λόγω φόρτου και συνθηκών εργασίας.

Προβλήματα καταγράφονται και στις υποδομές. Όπως εξήγησε ο Γιάννης Σαριδάκης, Αντιπρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, ενδεικτικό είναι πως ο αξονικός τομογράφος παρέμεινε εκτός λειτουργίας για περισσότερο από μία εβδομάδα το καλοκαίρι, ενώ ταυτόχρονα επεσήμανε υπάρχει ανάγκη για αντικατάσταση του εξοπλισμού του Ακτινολογικού καθώς και προμήθεια ενός ψηφιακού μαστογράφου, δεδομένου ότι το Νοσοκομείο Ρεθύμνης είναι από τα λίγα νοσοκομεία που σήμερα δεν το διαθέτει.

Το Ακτινολογικό τμήμα όπως τόνισε ο κ. Σαριδάκης, θα έπρεπε να στελεχώνεται με τουλάχιστον επτά ακτινολόγους, αλλά σήμερα υπηρετούν πέντε, ενώ ελλείψεις προσωπικού δυσκολεύουν ακόμη και την αξιοποίηση του υπάρχοντος εξοπλισμού. Όπως τονίστηκε ο μαγνητικός τομογράφος σήμερα που διαθέτει το Νοσοκομείο, με τις ανάγκες της λειτουργίας του να καλύπτονται μέσω ιδιωτικών συνεργείων.

Τον τελευταίο χρόνο οι αποχωρήσει ιατρών συνεχίζονται, οι ελλείψεις “βαθαίνουν” και το υφιστάμενο προσωπικό ζητά άμεσα λύσεις για να μπορέσει το νοσηλευτικό ίδρυμα να ανταποκριθεί στις ανάγκες υγείας στο Νομό.

“Οι μαχόμενοι υγειονομικοί θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε για δημόσια και δωρεάν υγεία”

Μπροστά στα παραπάνω, όπως είπε η κα Νεονάκη μεταφέροντας και τα αιτήματα των υγειονομικών: “Οι μαχόμενοι υγειονομικοί θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε στο πλάι των ασθενών μας για την υγεία που δικαιούμαστε, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν που θα καλύπτει τις ανάγκες μας, γιατί ξέρουμε ότι σήμερα υπάρχει αυτή η δυνατότητα με βάση την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας”.

Σε ότι αφορά τα κύρια αιτήματα, όπως τόνισε η κα Νεονάκη: “Διεκδικούμε μαζικές προσλήψεις και προκήρυξη όλων των κενών οργανικών θέσεων,του Νοσοκομείου των κέντρων υγείας, οργανισμό με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού και όχι με γνώμονα τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, διπλασιασμό των αποδοχών μας, εργασιακά και επιστημονικά κίνητρα για την κάλυψη των θέσεων. Είμαστε αντίθετοι στην εμπορευματοποίηση της υγείας και σε Νοσοκομεία επιχειρήσεις”.

Α. Καπελέρη: «Το δημόσιο σύστημα υγείας αντέχει ακόμη χάρη στην αυτοθυσία ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού»

«Το δημόσιο σύστημα υγείας αντέχει ακόμη χάρη στην αυτοθυσία, το φιλότιμο και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του λιγοστού ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού», ανέφερε στο πλαίσιο της συνέντευξης τύπου η πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου, Αναστασία Καπελέρη, περιγράφοντας ένα ΕΣΥ με σημαντικές ελλείψεις σε προσωπικό και χρηματοδότηση.

Όπως υποστήριξε, λείπουν σήμερα περίπου 6.500 ειδικευμένοι νοσοκομειακοί γιατροί και 20.000 εργαζόμενοι λοιπού προσωπικού, ενώ οι μόνιμοι υγειονομικοί μειώθηκαν από 76.588 τον Δεκέμβριο του 2020, σε 71.397 τον Μάιο του 2025.

Παράλληλα, παρουσιάζοντας τα στοιχεία τόνισε πως η Ελλάδα δαπανά για τη δημόσια υγεία 2-3 μονάδες του ΑΕΠ λιγότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με το κράτος να καλύπτει περίπου το 60-61% της συνολικής δαπάνης, έναντι 80% στην ΕΕ, και τα νοικοκυριά να επωμίζονται άμεσες ιδιωτικές πληρωμές της τάξης του 33-35%.

Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στις συνθήκες εργασίας των γιατρών, κάνοντας λόγο για μέσο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας 72 ωρών, ενώ για τις αναμονές στα χειρουργεία υποστήριξε ότι η εμφανιζόμενη μείωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εκκαθάριση παλαιών και μη επικαιροποιημένων λιστών και όχι σε αντίστοιχη αύξηση της δυναμικότητας των νοσοκομείων.

Για τα ΤΕΠ σημείωσε χαρακτηριστικά ότι: «το βραχιολάκι μπορεί να μετρά τον χρόνο, αλλά δεν μειώνει την αναμονή», η οποία, όπως ανέφερε, μπορεί να φτάνει ακόμη και τις 22 ώρες και ζητώντας παράλληλα ενίσχυση του προσωπικού και ουσιαστική ανάπτυξη της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Την ίδια ώρα, η κα Καπελέρη, υπογράμμισε ότι η υψηλή εμπιστοσύνη των πολιτών στους γιατρούς του ΕΣΥ δεν αναιρεί τη δυσαρέσκεια για τις οργανωτικές αδυναμίες του συστήματος. Παρουσίασε επίσημα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία περισσότεροι από 9 στους 10 ασθενείς δηλώνουν ικανοποιημένοι από την επάρκεια, την επιστημονική κατάρτιση και τη συμπεριφορά των γιατρών, ενώ η συνολική αξιολόγηση των δημόσιων νοσοκομείων φτάνει το 4,09/5. Αντίθετα, το 75,4% εμφανίζεται δυσαρεστημένο από τη γραφειοκρατία και τις αναμονές.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, όπως ανέφερε, σύμφωνα πάντα με επίσημες έρευνες και στοιχεία, πως το ποσοστό των πολιτών με ανικανοποίητες ανάγκες υγείας, φτάνει το 21,9% στην Ελλάδα έναντι 3,6% στην ΕΕ. Οι άμεσες πληρωμές, που αγγίζουν το 2,9% του ΑΕΠ έναντι 1,5% στην ΕΕ, και οι καταστροφικές δαπάνες υγείας, που αφορούν σχεδόν ένα στα δέκα νοικοκυριά, επιβαρύνουν ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδήματα και τους χαμηλοσυνταξιούχους. «Οι Έλληνες ασθενείς αναγνωρίζουν ότι οι γιατροί του ΕΣΥ αποτελούν το βασικό στήριγμα της δημόσιας υγείας», σημείωσε, επισημαίνοντας όμως ότι οι οργανωτικές αδυναμίες, οι ελλείψεις και η υποχρηματοδότηση παραμένουν.

Η Καπελέρη ζήτησε, τέλος, «άμεση προκήρυξη όλων των κενών θέσεων» και «διπλασιασμό των μισθών», υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων ότι: «η υγεία είναι κοινωνικό αγαθό και είναι υποχρέωση της πολιτείας να τη διασφαλίζει»

Γ. Σαριδάκης: “ Σήμερα το Νοσοκομείο στη χειρότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας του”

Ο Αντιπρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, Γιάννης Σαριδάκης σε τοποθέτησή του επεσήμανε μεταξύ άλλων πως σήμερα η υφιστάμενη εικόνα του Νοσοκομείου βρίσκεται στη “χειρότερη στιγμή της ιστορίας του”. Όπως είπε: «Εδώ και χρόνια λέγαμε πράγματα που έχουν επιβεβαιωθεί όλα

απόλυτα. Ιδιωτικοποίηση, υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, απαξίωση του προσωπικού, εντέλλεσθε, μετακινήσεις θα οδηγήσουν σε υποβάθμιση και σε κλείσιμο τμημάτων και κλινικών. Βρισκόμαστε σήμερα να βλέπουμε το Νοσοκομείο Ρεθύμνου στη χειρότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας του,

όπου πολλές πλευρές πια της λειτουργίας του δεν θυμίζουν δευτεροβάθμια νοσηλευτικό ίδρυμα. Δεν φτάνουμε, δεν αντέχουμε. Η απάντηση του κράτους είναι προσβολή, σπίλωση, απαξίωση στις αγωνιώδεις κραυγές για βοήθεια, έρχονται εντέλλεσθε και αν δεν είσαι καλό παιδί και τολμήσεις να διαμαρτυρηθείς, ακολουθεί σπίλωση και στοχοποίηση στα ΜΜΕ. Αυτή είναι η πολιτική του Υπουργείου Υγείας».

Χ. Μαρκάκης: Επανειλημμένα αιτήματα για ενίσχυση- Αναγκαία η μείωση του αριθμού των κλινών μέχρι να υπάρξει ασφαλής στελέχωση

Ο Xαράλαμπος Μαρκάκης, διευθυντής της ΜΕΘ και αντιπρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου αναφέρθηκε στην λειτουργία της ΜΕΘ, αλλά και τα αιτήματα που έχουν διατυπωθεί προς πάσα κατεύθυνση για την ενίσχυση της λειτουργίας της, χωρίς να έχουν μέχρι σήμερα δρομολογηθεί.

“Η πτώση στη λειτουργία της μονάδας άρχισε από την εποχή του Covid που ήταν μια ευκαιρία οι μονάδες εντατικής θεραπείας που φάνηκαν πόσο αξία είχαν και πόσο βοήθησαν, να ενισχυθεί και η Εντατική μονάδα του Ρεθύμνου. Παρ’ όλα αυτά τότε για λόγους διάφορους όχι μόνο δεν ενισχύθηκε παρ όλο που λειτουργήσαμε σαν μονάδα Covid που δεν ήμασταν στην καθορισμένοι αρχή, παρ όλο που λειτουργήσαμε εννέα κρεβάτια στη μονάδα – έξι γενικές κλίνες και τρεις covid- όχι μόνο δεν πήραμε ιατρικό προσωπικό, αλλά χάσαμε και δυο άτομα”.

Οι πέντε γιατροί που έμειναν όπως τόνισε ο ίδιος ξεκίνησαν έναν “αγώνα επιβίωσης της μονάδας” με τους ιατρούς να προσπαθούν καθημερινά “ένας γιατρός κάθε μέρα, μόνοι, χωρίς εξειδικευόμενους και χωρίς ειδικευόμενους”.

Όπως πρόσθεσε όταν: “Συνταξιοδοτήθηκε ένας γιατρός, λειτουργήσαμε χωρίς να κάνουμε περικοπές. Δεν το κάναμε για λόγους ηρωισμού αλλά γιατί βλέπαμε την ανάγκη που έχει ο κόσμος και τα χρήματα να πηγαίνει σε ιδιωτικές μονάδες”.

Φτάνοντας στο σήμερα, πρόσθεσε: “Πριν τέσσερις μήνες υπήρξε ένα πρόβλημα μιας συναδέλφου διευθύντριας στη μονάδα και αυτή η οποία νόσησε με μια μακροχρόνια αναρρωτική άδεια η οποία προβλέπεται για ένα χρόνο. Έκανα έγγραφο στη διοίκηση το οποίο κοινοποιήθηκε προς την 7η ΥΠΕ ότι ζητούσα να μου φέρουν γιατρό, διότι μείναμε τρεις γιατροί και ένας ιδιώτης συνταξιούχος ο οποίος κάνει μιάμιση εφημερία την εβδομάδα.

Δεν εισακούστηκα και ζήτησα τουλάχιστον να μειώσουν τον αριθμό των κλινών σε πέντε γιατί η καθημερινότητα δεν βγαίνει με τρεις γιατρούς. Πάλι δεν εισακούστηκα και έκανα δεύτερη προσπάθεια με έγγραφο”. Ο ίδιος σημείωσε πως σήμερα “η λειτουργία της μονάδας είναι επισφαλής και δεν ξέρω πόσο μπορούμε να συνεχίσουμε όλοι να δουλεύουμε με αυτό το ρυθμό”.

Γ. Βρανάκης: «Έχουμε περάσει τα όριά μας»
Ο διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, Γεώργιος Βρανάκης, περιέγραψε μια οριακή κατάσταση λόγω της σοβαρής υποστελέχωσης.

Από τις τρεις οργανικές θέσεις ειδικευμένων ιατρών παραμένουν κενές, ενώ από τις επτά θέσεις ειδικευόμενων καλύπτονται μόλις δύο και σύντομα αναμένεται να παραμείνει μόνο ένας ειδικευόμενος. «Εργαζόμαστε πολλές ώρες, καλύπτουμε και το ΤΕΠ και πρακτικά δεν επαρκούμε για όλα όσα έχουμε να κάνουμε», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι η έλλειψη προσωπικού οδηγεί σε καθυστερήσεις τόσο στη λειτουργία της κλινικής, όσο και στην αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών.

Ο ίδιος ζητά την άμεση κάλυψη των κενών θέσεων, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Έχουμε περάσει τα όριά μας και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι».

Μ. Δασκαλογιαννάκης: «Δύο γιατροί για ολόκληρο τον Νομό»
Ο διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής, Μανώλης Δασκαλογιαννάκης, χαρακτηρίζει τραγική την κατάσταση της υποστελέχωσης, καθώς έχουν απομείνει μόλις δύο ειδικευμένοι γιατροί για την κάλυψη των αναγκών ολόκληρου του Νομού.

Από τις έξι οργανικές θέσεις, οι τέσσερις παραμένουν κενές, με μία να βρίσκεται σε διαδικασία κρίσεων και τις υπόλοιπες τρεις να μην έχουν ακόμη προκηρυχθεί.

Όπως επισημαίνει, οι περιστασιακές ενισχύσεις από γιατρούς άλλων νοσοκομείων, ιδιώτες, αλλά και η πρόσφατη μετακίνηση γιατρού από την Τρίπολη αποτελούν σημαντική βοήθεια, «είναι όμως ημίμετρα και όχι ουσιαστική λύση του προβλήματος».

Οι δύο γιατροί καλούνται ταυτόχρονα να καλύψουν την κλινική, τα εξωτερικά ιατρεία, τα χειρουργεία και το πρωινό ωράριο του ΤΕΠ. Ο κ. Δασκαλογιαννάκης ζητά την άμεση προκήρυξη των κενών θέσεων, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη ενίσχυσης της Κλινικής με ειδικευμένους γιατρούς, τόσο για την ασφαλή παροχή υπηρεσιών στους πολίτες όσο και για τη δημιουργία ενός ισχυρού περιβάλλοντος εκπαίδευσης για τους νέους γιατρούς.

Γ. Χρονάκης: «Δεν είμαστε υπεράνθρωποι»

Ο αναισθησιολόγος του Νοσοκομείου Ρεθύμνου Γιάννης Χρονάκης περιγράφει μια οριακή κατάσταση στο Αναισθησιολογικό Τμήμα, η οποία, όπως αναφέρει, διαρκεί από την περίοδο της πανδημίας.Μελετήστε Γεωγραφικούς Χάρτες

Από τις πέντε οργανικές θέσεις υπηρετούν σήμερα τρεις ειδικευμένοι γιατροί, ενώ σύντομα, λόγω αποχώρησης συναδέλφου, θα απομείνουν δύο. Η περιστασιακή συνδρομή δύο ιδιωτών, με μία έως δύο εφημερίες ο καθένας, δεν μπορεί να δώσει μόνιμη λύση όπως επισημαίνει. «Σε κανονικές συνθήκες λειτουργούμε δύο χειρουργικές αίθουσες, όμως πλέον δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε ούτε μία και κρατάμε τη δυνατότητα μόνο για επείγοντα περιστατικά», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, οι αναισθησιολόγοι καλύπτουν ανάγκες όχι μόνο στα χειρουργεία, αλλά και στα ΤΕΠ, στις κλινικές και στη ΜΕΘ, ενώ η υποστελέχωση επηρεάζει και την εκπαίδευση των ειδικευόμενων.

Στα όρια της λειτουργίας και το ιατρείο πόνου

Παράλληλα, το Ιατρείο Πόνου, που πραγματοποιεί περισσότερες από 3.000 επισκέψεις, βρίσκεται επίσης στα όρια της λειτουργίας του αφού το ισχνό ανθρώπινο δυναμικό θα πρέπει πρωτίστως να ανταποκριθεί σε έκτακτες καταστάσεις, χωρίς να υπάρχει συχνά το περιθώριο για όσα άπτονται της τακτικής λειτουργίας.

Ο κ. Χρονάκης ζητά από την 7η ΥΠΕ να αναλάβει τις ευθύνες της, υπογραμμίζοντας: «Δεν είμαστε υπεράνθρωποι. Έχουμε ανάγκη και από ξεκούραση και πρέπει να σκεφτούμε την επόμενη ημέρα».

Ι. Ματζίρης: «Η ασφάλεια μητέρας και νεογνού δεν μπορεί να βασίζεται σε μπαλώματα»
Ο διευθυντής της Μαιευτικής Κλινικής, Ιωάννης Ματζίρης, τόνισε ότι η Κλινική παραμένει σήμερα ανοιχτή και πραγματοποιεί τοκετούς χάρη στην υπερπροσπάθεια του προσωπικού, των μαιών και την πολύτιμη συνδρομή δύο ιδιωτών μαιευτήρων, τους οποίους ευχαρίστησε δημόσια.

Όπως τονίζει, όμως, η λειτουργία της Μαιευτικής εξαρτάται άμεσα από την επάρκεια της Αναισθησιολογικής Κλινικής, ιδιαίτερα για τις επείγουσες καισαρικές και τα σοβαρά περιστατικά. Η αναισθησιολογική κάλυψη βασίζεται σήμερα σε συνεχείς μετακινήσεις γιατρών από άλλα

νοσοκομεία, αλλά και στη συνδρομή ιδιωτών με δελτία παροχής υπηρεσιών. «Ένα δημόσιο νοσοκομείο δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους προσωρινότητας», υπογραμμίζει ο κ. Ματζίρης, ζητώντας μόνιμες προσλήψεις και ουσιαστικά οικονομικά και στεγαστικά κίνητρα για την προσέλκυση ιατρών. «Η ασφάλεια της μητέρας και του νεογνού στο Ρέθυμνο δεν μπορεί να βασίζεται σε μπαλώματα», καταλήγει.

«Χρειάζονται ουσιαστικά κίνητρα για να μην έχουμε ξανά άγονες θέσεις»
Η διευθύντρια της Παιδιατρικής Κλινικής, Ελισάβετ Γιαννούση, τονίζει ότι η προκήρυξη των κενών θέσεων πρέπει να συνοδευτεί από ουσιαστική μισθολογική ενίσχυση, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθεί το φαινόμενο των άγονων προκηρύξεων.

Όπως επισημαίνει, το κίνητρο της μετατροπής του Νοσοκομείου σε άγονο δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, ενώ, σύμφωνα με την ίδια, συνοδεύτηκε από αποχωρήσεις απογοητευμένων γιατρών.

Σε ό,τι αφορά την Παιδιατρική, σήμερα οι πέντε θέσεις ειδικευμένων είναι καλυμμένες, υπηρετούν τέσσερις ειδικευόμενοι, ενώ υπάρχουν ακόμη δώδεκα γιατροί σε αναμονή για ειδικότητα, γεγονός που, όπως σημειώνει, δείχνει την εμπιστοσύνη των νέων γιατρών στην Κλινική.

Ωστόσο, η κ. Γιαννούση υπενθυμίζει ότι η Κλινική έχει περάσει δύσκολες περιόδους στο παρελθόν, με ελάχιστο προσωπικό να καλείται να πραγματοποιεί μεγάλο αριθμό εφημεριών, προκειμένου να διατηρηθεί η λειτουργία της. «Ακόμη και μια κλινική που είναι στελεχωμένη μπορεί να αποδιοργανωθεί όταν λείψει ένας άνθρωπος», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη σταθερής στήριξης από την Πολιτεία. «Πρέπει όλοι μαζί, και ο κόσμος, να διεκδικήσουμε την υγεία μας. Οι γιατροί μπορεί να επιβιώσουμε κάπου αλλού, αλλά ο κόσμος είναι εκείνος που μένει χωρίς περίθαλψη».

«Τα Κέντρα Υγείας λειτουργούν στα όρια των δυνατοτήτων τους»
Η Μαρία Αντωνοπούλου, γενικός οικογενειακός γιατρός και μέλος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, εκπροσωπώντας την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, περιέγραψε στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου, μια αντίστοιχα δύσκολη εικόνα στα Κέντρα Υγείας και τα περιφερειακά ιατρεία του Νομού.

Όπως επισημαίνει, οι ελλείψεις προσωπικού είναι διαχρονικές και αντιμετωπίζονται συχνά με προσωρινές λύσεις και συνεχείς μετακινήσεις γιατρών από τη μία δομή στην άλλη. «Η Δημόσια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας πιέζεται και οι εναπομείναντες γιατροί σηκώνουν ένα βάρος που δεν τους αναλογεί», σημειώνει.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία της θερινής περιόδου καθώς όπως τόνισε η κ. Αντωνοπούλου τα πέντε Κέντρα Υγείας του Νομού —Ρεθύμνου, Σπηλίου, Αγίας Φωτεινής, Ανωγείων και Περάματος— διαχειρίστηκαν περίπου 39.000 περιστατικά, ενώ περίπου 80% των περιφερειακών ιατρείων παραμένουν χωρίς γιατρό και σε ορισμένα Κέντρα Υγείας η στελέχωση βρίσκεται κάτω από το 80%.

Παράλληλα, το περιορισμένο προσωπικό ανταποκρίθηκε σε περίπου 400 περιστατικά άμεσης προνοσοκομειακής φροντίδας με ασθενοφόρο, σε δεκάδες δράσεις των Κινητών Μονάδων Υγείας, σε περιστατικά μεταναστών που φτάνουν στις παραλίες του Νομού, κατ’ οίκον επισκέψεις και πλήθος άλλων καθημερινών αναγκών.

Η κ. Αντωνοπούλου υπογραμμίζει την ανάγκη για μόνιμο και ολοκληρωμένο σχεδιασμό των υγειονομικών αναγκών του Ρεθύμνου, ώστε τα Κέντρα Υγείας να μπορούν να ανταποκρίνονται στον ρόλο τους και οι κάτοικοι, ιδιαίτερα στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, να έχουν ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια υγεία.https://www.goodnet.gr/

Προηγούμενο Άρθρο
placeholder text
Επόμενο Άρθρο
placeholder text

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ....

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομος, μετέχοντας...

Τέταρτος δολωματικός ψεκασμός στην Π.Ε Ρεθύμνου

Στα πλαίσια εφαρμογής του προγράμματος δακοκτονίας για το έτος...

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ....

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομος, μετέχοντας...

Τέταρτος δολωματικός ψεκασμός στην Π.Ε Ρεθύμνου

Στα πλαίσια εφαρμογής του προγράμματος δακοκτονίας για το έτος...
politika-kritis-ad
politika-kritis-ad

Share post:

Subscribe

spot_imgspot_img

Popular

More like this
Related

Στο πλευρό των εργαζομένων της καθαριότητας στα Δικαστήρια ο Αλέξης Καλοκαιρινός

Αλέξης Καλοκαιρινός: «Δεν μπορούμε να βιαιοπραγούμε αναίτια, δεν μπορούμε...

Επικαιροποιημένη ανακοίνωση του Δήμου Αγίου Νικολάου για το 5ο Δημοτικό Σχολείο

Ο Δήμος Αγίου Νικολάου ενημερώνει ότι το 5ο Δημοτικό...

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομος στην Κωνσταντινούπολη

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομος, μετέχοντας...