Ζητήματα που δυσχεραίνουν τη λειτουργία επιχειρήσεων, οι οποίες ασχολούνται με το εισαγωγικό εμπόριο και επιβαρύνουν τον επιχειρησιακό τους σχεδιασμό θέτει με επιστολή του προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ κ. Γιώργο Ι. Πιτσιλή ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Ηρακλείου κ. Βαγγέλης Καρκανάκης.
Το κύριο πρόβλημα εντοπίζεται στον τρόπο προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων και στην ανάγκη για σαφή και ειδική αιτιολόγηση στις περιπτώσεις απόρριψης της δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας, ώστε οι επιχειρήσεις να γνωρίζουν εκ των προτέρων το πλαίσιο και τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογούνται οι συναλλαγές τους.
Στην επιστολή του ο κ. Καρκανάκης προτείνει μεταξύ άλλων, την ομοιόμορφη εφαρμογή των σχετικών κανόνων και κριτηρίων από τις Τελωνειακές Υπηρεσίες, ώστε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αντίστοιχες πραγματικές και συναλλακτικές συνθήκες να αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο και ζητάει ενημέρωση από την ΑΑΔΕ ώστε να παρέχει το Επιμελητήριο Ηρακλείου όλες τις απαραίτητες πληροφορίες στις επιχειρήσεις-μέλη του.
Αναλυτικά ο κ. Καρκανάκης αναφέρει στην επιστολή του:
«Αξιότιμε κύριε Διοικητά,
Το Επιμελητήριο Ηρακλείου, στο πλαίσιο του θεσμικού του ρόλου και της διαρκούς επικοινωνίας του με τις επιχειρήσεις-μέλη του, γίνεται αποδέκτης ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των τελωνειακών διαδικασιών και επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο εισαγωγικό εμπόριο.
Ένα ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή αμφισβητεί ή απορρίπτει τη δηλωθείσα συναλλακτική αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων και προχωρεί στον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας με άλλη προβλεπόμενη μέθοδο, σύμφωνα με το ισχύον ενωσιακό τελωνειακό πλαίσιο.
Αναγνωρίζουμε πλήρως την αρμοδιότητα και την υποχρέωση των Τελωνειακών Υπηρεσιών να διενεργούν τους αναγκαίους ελέγχους, να διερευνούν περιπτώσεις στις οποίες δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες ως προς τη δηλωθείσα αξία και να διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και την προστασία των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, όμως, θεωρούμε εξίσου σημαντικό η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής να
πραγματοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο διαφάνειας, σαφήνειας, αντικειμενικότητας και επαρκούς αιτιολόγησης, ιδιαίτερα όταν η απόρριψη της συναλλακτικής αξίας συνεπάγεται σημαντική μεταβολή της δασμολογητέας αξίας και, κατ’ επέκταση, ουσιώδεις πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις.
Στην πράξη, ιδιαίτερη δυσχέρεια δημιουργείται όταν η επιχείρηση έχει προσκομίσει τα στοιχεία και τα δικαιολογητικά που της έχουν ζητηθεί για την τεκμηρίωση της συναλλακτικής αξίας, πλην όμως αυτά κρίνονται ανεπαρκή, χωρίς να προσδιορίζεται με την απαιτούμενη σαφήνεια ποια συγκεκριμένα στοιχεία θεωρήθηκαν ελλιπή, ποια σημεία της τεκμηρίωσης δεν κρίθηκαν επαρκή και ποια πρόσθετα δικαιολογητικά ή δεδομένα θα μπορούσαν να απαιτηθούν.
Η ανάγκη ειδικής και σαφούς αιτιολόγησης στις περιπτώσεις αυτές δεν αποτελεί, κατά την άποψή μας, μόνο ζήτημα προστασίας της εκάστοτε επιχείρησης. Συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια δικαίου και με τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να γνωρίζουν εκ των προτέρων το πλαίσιο και τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογούνται οι συναλλαγές τους.
Για τις εισαγωγικές επιχειρήσεις, η δασμολογητέα αξία αποτελεί κρίσιμη παράμετρο του συνολικού κόστους εισαγωγής και επηρεάζει άμεσα την τιμολόγηση, τη ρευστότητα και τον επιχειρηματικό τους προγραμματισμό. Απρόβλεπτες ή σημαντικές μεταβολές της, χωρίς επαρκώς συγκεκριμένη αιτιολόγηση, δημιουργούν αβεβαιότητα και δυσχεραίνουν τον οικονομικό προγραμματισμό τους.
Για τον λόγο αυτό θεωρούμε σημαντικό, στις περιπτώσεις αμφισβήτησης της δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας, να διασφαλίζεται ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ενημερώνεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο για:
• τους λόγους που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη δηλωθείσα συναλλακτική αξία,
• τα στοιχεία και δικαιολογητικά που κρίθηκαν ανεπαρκή και τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρήθηκαν επαρκή,
• τα πραγματικά δεδομένα και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό διαφορετικής δασμολογητέας αξίας,
• καθώς και, όπου αυτό είναι δυνατό στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας, τα πρόσθετα στοιχεία που μπορεί να προσκομίσει η επιχείρηση προκειμένου να τεκμηριώσει τη δηλωθείσα αξία.
Παράλληλα, θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντική την ομοιόμορφη εφαρμογή των σχετικών κανόνων και κριτηρίων από τις Τελωνειακές Υπηρεσίες, ώστε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αντίστοιχες πραγματικές και συναλλακτικές συνθήκες να αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο.
Το ζητούμενο δεν είναι, ασφαλώς, ο περιορισμός του ελεγκτικού έργου των Τελωνειακών Αρχών. Αντιθέτως, πιστεύουμε ότι η πληρέστερη αιτιολόγηση και η σαφής ενημέρωση των συναλλασσομένων ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των ελέγχων, περιορίζουν τις αμφισβητήσεις και τις διοικητικές διαφορές και συμβάλλουν στην οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ Διοίκησης και επιχειρηματικής κοινότητας.
Υπό το πρίσμα αυτό, θα ήταν σκόπιμο η Τελωνειακή Υπηρεσία να εξετάσει το ζήτημα και, στο μέτρο των αρμοδιοτήτων της, να μεριμνήσει για την παροχή σαφών κατευθύνσεων και την εφαρμογή ενιαίας πρακτικής ως προς την αιτιολόγηση των περιπτώσεων απόρριψης της δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας και τον επακόλουθο προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας.
Παράλληλα, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη η ενημέρωση του Επιμελητηρίου μας σχετικά με τις διαδικασίες, τα βασικά κριτήρια και τις δυνατότητες που έχουν οι επιχειρήσεις για την πληρέστερη τεκμηρίωση της συναλλακτικής αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων τους, ώστε να μπορούμε και εμείς, στο πλαίσιο του θεσμικού μας ρόλου, να ενημερώνουμε ορθά τις επιχειρήσεις-μέλη μας.
Πιστεύουμε ότι η συνεργασία μεταξύ Τελωνειακής Διοίκησης και Επιμελητηρίων μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά τόσο στην αποτελεσματική εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας όσο και στη δημιουργία ενός σταθερού, διαφανούς και προβλέψιμου περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο διεθνές εμπόριο.
Παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε συνεργασία ή περαιτέρω συζήτηση επί του ζητήματος.»










