Μια οικονομία που εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιωμένους δημοσιονομικούς δείκτες και αυξημένη απασχόληση, αλλά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή αγοραστική δύναμη, ασθενή παραγωγικό μετασχηματισμό, επίμονες κοινωνικές ανισότητες και σημαντική εξάρτηση από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες, σκιαγραφεί η Ετήσια Έκθεση 2026 για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση που δημοσιοποίησε το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ).
Η έκθεση, που αποτελεί μία από τις πλέον ολοκληρωμένες ετήσιες αναλύσεις της ελληνικής οικονομίας, αναγνωρίζει ότι η χώρα διατήρησε το 2025 ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από αρκετές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο επισημαίνει ότι η επίδοση αυτή δεν συνιστά ακόμη ουσιαστικό μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου ούτε πραγματική σύγκλιση με τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ανάπτυξη, αλλά όχι πραγματική σύγκλιση
Σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 στα 19.400 ευρώ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται στα 34.110 ευρώ.
Σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ποσοστό που καταδεικνύει ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, όμως εξακολουθεί να απέχει από τις χώρες που καταγράφουν ουσιαστική παραγωγική αναβάθμιση.
Η κατανάλωση εξακολουθεί να κινεί την οικονομία
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα αφορά τη διάρθρωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η ιδιωτική κατανάλωση αντιστοιχεί πλέον στο 67,8% του ΑΕΠ, έναντι 51,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που δείχνει ότι η ανάπτυξη εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση και λιγότερο στις παραγωγικές επενδύσεις και στις εξαγωγές.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ εκτιμά ότι ένα τέτοιο μοντέλο δεν μπορεί να εξασφαλίσει διατηρήσιμη ανάπτυξη, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από αύξηση των πραγματικών μισθών και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης.
Περισσότερες επενδύσεις, αλλά όχι εκεί όπου χρειάζονται
Θετική χαρακτηρίζεται η αύξηση του επενδυτικού μεριδίου της οικονομίας, καθώς οι επενδύσεις ανήλθαν στο 16,9% του ΑΕΠ, έναντι 11% το 2019.
Ωστόσο, το ποσοστό παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (21,3%), ενώ ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η σύνθεση των επενδύσεων.
Η έκθεση διαπιστώνει ότι σημαντικό μέρος των νέων κεφαλαίων κατευθύνεται στις κατοικίες και στις κατασκευές, ενώ μειώνεται η συμμετοχή επενδύσεων σε τεχνολογικό εξοπλισμό, μηχανήματα και ψηφιακές υποδομές, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα για τη βελτίωση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Οι εξαγωγές παραμένουν αδύναμος κρίκος
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις καθαρές εξαγωγές, οι οποίες παραμένουν αρνητικές.
Το έλλειμμα επιδεινώθηκε από -1,5% του ΑΕΠ το 2019 σε -4,5% το 2025, γεγονός που, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές και περιορίζει τον αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή της οικονομίας.
Βελτίωση στην αγορά εργασίας, αλλά μόνο ποσοτικά
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι η αγορά εργασίας παρουσιάζει αισθητή βελτίωση.
Το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε στο 64,6%, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 8,9%, τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών.
Παρά ταύτα, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υποστηρίζει ότι η βελτίωση είναι κυρίως ποσοτική και όχι ποιοτική.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην απασχόληση, ενώ παραμένουν μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις περιφέρειες, στις γυναίκες, στους νέους και στα άτομα με αναπηρία.
Μακροχρόνια ανεργία και χαμηλοί μισθοί
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι περισσότεροι από τους μισούς ανέργους παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα μηνών.
Η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να πλήττει κυρίως γυναίκες, νέους και πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Ταυτόχρονα, η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι πραγματικοί μισθοί εξακολουθούν να βρίσκονται υπό πίεση.
Παρά τις αυξήσεις στις ονομαστικές αποδοχές, ο μέσος πραγματικός μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ σε σχέση με το 2021 παραμένει χαμηλότερος, εξαιτίας της έντονης πληθωριστικής κρίσης και του υψηλού κόστους ζωής.
Τουρισμός: Βασικός πυλώνας, αλλά και διαρθρωτική αδυναμία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαπιστώσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις υπηρεσίες, με κυρίαρχη θέση του τουρισμού, του εμπορίου και της διαχείρισης ακινήτων.
Αναγνωρίζεται ότι τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται θετικές ενδείξεις ανάπτυξης δραστηριοτήτων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως οι επιστημονικές, τεχνικές και ψηφιακές υπηρεσίες.
Ωστόσο, ο βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας παραμένει ο τουρισμός και οι υπηρεσίες προς τον καταναλωτή, γεγονός που, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, περιορίζει την ανθεκτικότητα του αναπτυξιακού μοντέλου απέναντι σε εξωτερικές κρίσεις.
Για την τουριστική οικονομία, η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο του κλάδου στην ελληνική ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την ανάγκη μεγαλύτερης διαφοροποίησης της παραγωγικής βάσης, ώστε η ανάπτυξη να μην εξαρτάται υπερβολικά από έναν μόνο τομέα.
ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Η Ελλάδα εργάζεται περισσότερο από την Ευρώπη
Ένα ακόμη εύρημα αφορά τη διάρκεια εργασίας.
Η έκθεση δείχνει ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να εργάζονται περισσότερες ώρες σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας φτάνουν τις 42,3, στη μεταποίηση τις 41,7, ενώ στον πρωτογενή τομέα οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες εβδομαδιαίως.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται όχι μόνο από χαμηλές αμοιβές αλλά και από έντονη εντατικοποίηση της εργασίας.
Επίμονη φτώχεια και κοινωνικές ανισότητες
Σημαντικό τμήμα της έκθεσης αφιερώνεται στην κοινωνική διάσταση της ανάπτυξης.
Παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών μετά την πολυετή κρίση, η σχετική φτώχεια, οι εισοδηματικές ανισότητες και η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά παραμένουν ιδιαίτερα έντονες.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η εργασία δεν αποτελεί πλέον από μόνη της εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης, ενώ υψηλό παραμένει και το ποσοστό των εργαζομένων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας, ιδιαίτερα σε κλάδους χαμηλών αμοιβών.
Η πρόταση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ
Καταλήγοντας, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υποστηρίζει ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια συνολική αλλαγή αναπτυξιακού προσανατολισμού.
Η έκθεση εισηγείται μετάβαση από ένα μοντέλο που στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, τις εισαγωγές, τις κατασκευές και τις υπηρεσίες προς ένα μοντέλο βασισμένο στις ποιοτικές παραγωγικές επενδύσεις, στη βιομηχανική και τεχνολογική αναβάθμιση, στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, στην αύξηση των πραγματικών μισθών και στην επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, η πραγματική πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν είναι πλέον μόνο η διατήρηση της ανάπτυξης, αλλά η μετατροπή της σε παραγωγική, κοινωνική και γεωοικονομική σύγκλιση, ώστε η οικονομική μεγέθυνση να μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής των πολιτών.ΙΝΕ ΓΣΕΕ









