Με χαμηλές προσδοκίες αλλά σαφείς κόκκινες γραμμές προσέρχεται η ελληνική πλευρά στη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα, εν μέσω νέων τουρκικών αιχμών για αποστρατιωτικοποίηση, navtex και «γκρίζες ζώνες».
Υπό τα αντιφατικά δεδομένα που δημιουργούνται αφενός από την ανάγκη διατήρησης του σχετικά ήπιου κλίματος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, όπως άλλωστε προστάζει η ρευστή γεωπολιτική συνθήκη, αφετέρου από την ολοένα και αυξανόμενη ένταση που προκαλεί η επαναφορά της τουρκικής αναθεωρητικής ατζέντας στο προσκήνιο, πραγματοποιείται η συνάντηση κορυφής του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα.
Οι αντιπροσωπείες- τόσο στο επίπεδο των ηγετών, όσο και σε αυτό του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας παρουσία σειράς υπουργών- επιθυμούν μεν να μεταδώσουν την εικόνα ότι ο ελληνοτουρκικός διάλογος συνεχίζεται κανονικά, χωρίς όμως να είναι δυνατή η απόλυτη περιθωριοποίηση των δομικών διαφορών που χωρίζουν τις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Κάτι τέτοιο, άλλωστε, δεν θα ήταν δυνατόν σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά το τελευταίο τετ α τετ του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο, κι ενώ έχουν μεσολαβήσει εκατέρωθεν πρωτοβουλίες αλλά και περιστατικά αντιπαράθεσης, τα οποία κατά κύριο λόγο περιορίστηκαν στο επίπεδο της διπλωματίας, χωρίς να μεταφερθούν επί του πεδίου.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθούν οι παρεμβάσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και του εκπροσώπου του κυβερνητικού κόμματος ΑΚΡ Ομέρ Τσελίκ- κυριολεκτικά λίγες ώρες πριν από την αναχώρηση του κ. Μητσοτάκη για την τουρκική πρωτεύουσα- δια των οποίων η Άγκυρα επαναφέρει δύο από τα πλέον προβληματικά σημεία της ατζέντας της.
Ο κ. Τσελίκ, σε συνέχεια των όσων αποτυπώθηκαν στις ιδιότυπες, «επ’ αόριστον», τουρκικές navtex, απαίτησε ξανά την αποστρατιωτικοποίηση νησιών του Αιγαίου, ενώ ο κ. Φιντάν κατηγόρησε εκ νέου την Αθήνα για άσκηση εξωτερικής πολιτικής υπό τους όρους του εσωτερικού πολιτικού παιγνίου.
Τα μεν λόγια του εκπροσώπου του ΑΚΡ υποδεικνύουν ότι η Άγκυρα εμμένει στην παράλογη απαίτηση αποδυνάμωσης της πρώτης γραμμής άμυνας της Ελλάδας, συνδέοντας μάλιστα εδώ και λίγους μήνες τη θέση της με την αναβάθμιση της ελληνο-ισραηλινής συνεργασίας.
Στην τουρκική δημόσια σφαίρα έχει διακινηθεί μεθοδικά ο κίνδυνος περί «περικύκλωσης» της χώρας από το συμμαχικό τρίγωνο Αθήνας- Λευκωσίας- Τελ Αβίβ. Το εν λόγω ζήτημα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα τεθεί από τον Ταγίπ Ερντογάν στον Έλληνα πρωθυπουργό, με τον κ. Μητσοτάκη να έχει δηλώσει δημοσίως ότι οι σχέσεις με το Ισραήλ δεν στοχοποιούν την Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα δεν θα πρέπει να δικαιολογήσει, πολλώ δε μάλλον να απολογηθεί για την εξωτερική πολιτική της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Απ’ την άλλη πλευρά, η αναφορά του κ. Φιντάν- δεύτερη πανομοιότυπη τις τελευταίες εβδομάδες και μάλιστα στο όριο της διπλωματικής απρέπειας καθώς στοχεύει στο εσωτερικό της ελληνικής κυβέρνησης διαχωρίζοντας τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη από τον δήθεν «αδιάλλακτο» υπουργό Άμυνας Νίκο Δένδια-
μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια επίρριψης της ευθύνης για τη μη ουσιαστική πρόοδο του ελληνοτουρκικού διαλόγου στην Ελλάδα. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι στην Τουρκία γνωρίζουν, διαχρονικά και σε άριστο βαθμό, τον τρόπο που εργαλειοποιείται η εξωτερική πολιτική προκειμένου να παραχθούν τα μέγιστα δυνατά επικοινωνιακά αποτελέσματα.
Η ατζέντα του Μητσοτάκη
Αιχμηρή, όμως, θα είναι και η ατζέντα του κ. Μητσοτάκη, ο οποίος άλλωστε πολλάκις έχει δεσμευτεί ότι θα θέσει εκ νέου σειρά ζητημάτων στον Τούρκο πρόεδρο: Εκκινώντας από τα πιο ήπια, δηλαδή τις τελευταίες navtex και notam και φθάνοντας ξανά έως τα μείζονα δηλαδή την απόσυρση του casus belli και της ανυπόστατης θεωρίας των «γκρίζων ζωνών»,
καθώς και το περιβόητο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας- Κύπρου. Ειδικά η απειλή πολέμου αναμένεται να αποτελέσει και το εντονότερο σημείο τριβής, καθώς η Αθήνα έχει συνδέσει απευθείας το θέμα με τη συμμετοχή της Τουρκίας τόσο στο SAFE όσο και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Η απειλή του ελληνικού βέτο προκαλεί εδώ και μήνες την οργή της τουρκικής ηγεσίας, με τον Ταγίπ Ερντογάν αλλά και τον Χακάν Φιντάν να επαναλαμβάνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι η Αθήνα και η Λευκωσία εμποδίζουν την υλοποίηση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, καλώντας μάλιστα τις Βρυξέλλες αλλά και τον πυρήνα των «27»- όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία- να κινητοποιηθούν προκειμένου «να συνετίσουν» την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το ζήτημα του καλωδίου, το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι τίθεται απ’ την πλευρά της Αθήνας σε κάθε διμερή συνάντηση είτε μεταξύ Μητσοτάκη- Ερντογάν είτε ανάμεσα στους δύο υπουργούς Εξωτερικών χωρίς όμως την επιθυμητή ανταπόκριση, παραμένει μεν παγωμένο εξαιτίας της ασυμφωνίας Αθήνας- Λευκωσίας,
λειτουργεί όμως ως η πλέον εναργής απόδειξη της τουρκικής αδιαλλαξίας επί του πεδίου: η Άγκυρα δηλώνει ρητά και με κάθε τρόπο ότι πέραν του 25ου μεσημβρινού ουδεμία πρωτοβουλία της Ελλάδας πρόκειται να υλοποιηθεί χωρίς την έγκριση ή τη συμμετοχή της Τουρκίας.
Πρόκειται για την ανάπτυξη της τουρκικής στρατηγικής με στόχο τον εγκλωβισμό της Ελλάδας στα χωρικά ύδατα των 6 ναυτικών μιλίων. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι η Τουρκία ερμηνεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο συγκεκριμένα σημεία της Διακήρυξης των Αθηνών (Δεκέμβριος 2023). Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, σε συνέχεια κατά κάποιο του Πρακτικού της Βέρνης, η Ελλάδα θα πρέπει να ενημερώνει την Τουρκία για οποιαδήποτε δραστηριότητα επί περιοχών που δεν έχουν οριοθετηθεί.
Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η έρευνα και η πόντιση καλωδίων διασύνδεσης δεν εμπίπτει στις προβλέψεις περί υφαλοκρηπίδας ή Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, αλλά στην αποκαλούμενη «ελεύθερη θάλασσα». Στην εν λόγω περίπτωση, όμως, η Άγκυρα διεκδικεί τη δικαιοδοσία έκδοσης αδειών έρευνας, αμφισβητώντας τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου και απλώνεται τμήμα της λεγόμενης «Γαλάζια Πατρίδας».
Λεπτές ισορροπίες
Είναι βέβαιο ότι όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα θα απασχολήσουν τους κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν, οι οποίοι ως συνήθως θα συναντηθούν παρουσία των υπουργών Εξωτερικών και των διπλωματικών συμβούλων τους. Το ερωτηματικό, όμως, είναι αν και ποια εξ αυτών των θεμάτων θα αναφερθούν δημοσίως και κυρίως ποιες θα είναι οι διατυπώσεις.
Είναι, επίσης, δεδομένο ότι οι δηλώσεις των δύο ηγετών θα είναι γνωστές εκατέρωθεν, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ειδικά ο κ. Ερντογάν θα παραμείνει εντός πλαισίου. Υπενθυμίζεται ότι την τελευταία φορά που ο κ. Μητσοτάκης βρέθηκε στην Άγκυρα καταγράφηκε μια απολύτως ελεγχόμενη αντιπαράθεση με αντικείμενο τον χαρακτήρα της Χαμάς.
Οι λεπτές ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν στο Λευκό Παλάτι καθορίζονται, βεβαίως, και από τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις και κυρίως την αστάθεια που επικρατεί τόσο εξαιτίας του συνεχιζόμενου ρωσο-ουκρανικού πολέμου και της εύθραυστης πραγματικότητας στη Μέση Ανατολή, όσο και από την απρόβλεπτη εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.
Αθήνα και Άγκυρα γνωρίζουν ότι περιθώρια επιπλέον εντάσεων δεν υπάρχουν, ενώ την ίδια ώρα απεύχονται το ενδεχόμενο μιας έξωθεν- δηλαδή αμερικανικής- παρέμβασης προς επίλυση των διμερών διαφορών τους. Εξ ου και δίνεται έμφαση στη βαθύτερη ενεργοποίηση της «θετικής ατζέντας» δια της υπογραφής επιπλέον συμφωνιών μεταξύ των υπουργικών αντιπροσωπειών που θα βρεθούν σήμερα στην Άγκυρα.
Τέλος, μένει να διαπιστωθεί- και πάλι κατά τη διάρκεια του τετ α τετ κορυφής- αν η Τουρκία δείξει έμπρακτη διάθεση να απομονώσει τη διαφορά οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών από τη μακρά αναθεωρητική ατζέντα της.
Ενδεχόμενο, φυσικά, το οποίο φαντάζει απίθανο, παρά τις σχετικές αναφορές του κ. Φιντάν. Σε αυτό συνέτεινε άλλωστε και η αναφορά της εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών κ. Λάνας Ζωχιού, λίγες ώρες πριν από τη διεξαγωγή του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις έναρξης σχετικής συζήτησης. Αν τα πράγματα εξελιχθούν έτσι, Ελλάδα και Τουρκία θα κληθούν να προχωρήσουν την επόμενη χρονική περίοδο διαχειριζόμενες, απλώς, το επικίνδυνο χάσμα μεταξύ των ακτών τους στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.







