Η χώρα μας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τις πολιτικές επιλογές που θα γίνουν, αλλά και τις κοινωνικές δυναμικές που θα ξεδιπλωθούν την επόμενη χρονιά θα κριθεί το μέλλον της τις επόμενες δεκαετίες.
Από τη μια έχουμε την παράταση της σημερινής κατάστασης. Δηλαδή, να παγιωθεί και να πάρει μορφή «καθεστώτος» το μείγμα πολιτικών που εφαρμόζεται σήμερα, αλλά και το ύφος και ήθος άσκησης της εξουσίας.
Αυτό σημαίνει να συνεχιστεί στην οικονομία μια πολιτική που κυρίως επενδύει στη λογική «ό,τι πει η αγορά», που προνομιοποιεί κλάδους χωρίς υψηλή προστιθέμενη αξία όπως ο τουρισμός και το real estate, που δεν προσπαθεί να εξασφαλίσει επενδύσεις σε κλάδους τεχνολογικούς, που αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους ως αναλώσιμο υλικό και «κόστος εργασίας» δημιουργώντας επισφαλείς θέσεις εργασίας, που δεν υποστηρίζει τη δημόσια επενδυτική υποδομή της χώρας, που εξαρτάται από ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις που αντιμετωπίστηκαν απλώς ως «ζεστό χρήμα» (ενίοτε και ως «δώρο» για «ημετέρους») και που οδήγησε σε μια «ρηχή» ανάπτυξη για λίγους, με ημερομηνία λήξεως, όπως άλλωστε και η κυβέρνηση παραδέχεται.
Ένα μοντέλο ανάπτυξης που οδήγησε και σε κρίση κόστους ζωής και σε στεγαστική κρίση και τελικά σε αυτό που μόνο ως «ευημερούν οι αριθμοί και δυστυχούν οι άνθρωποι» μπορεί να περιγραφεί.
Ένα οικονομικό υπόδειγμα που διευρύνει τις ανισότητες και διαμορφώνει μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών, όπου η απλή επιβίωση καταλήγει να θεωρείται επίτευγμα.
Γιατί το ζήτημα στην οικονομία δεν είναι ποτέ μόνο πόσα χρήματα έχει κάποιος στην τσέπη του (ή στην κάρτα του), αλλά και το εάν μπορεί να κάνει όνειρα, να σκέφτεται με αισιοδοξία, να βρίσκει νόημα στο να δουλέψει και να δημιουργήσει, να νιώθει την ανάγκη να βάλει πλάτη γιατί βλέπει προοπτική. Διαφορετικά, καταλήγουμε μια χώρα που κυριολεκτικά «διώχνει τα παιδιά της», όπως αποδεικνύει η πληγή του brain drain, που παραμένει ανοιχτή παρά την πλασματική εικόνα που παρουσιάζει η κυβέρνηση.
Ένα οικονομικό μοντέλο που αντιμετωπίζει ολόκληρα τμήματα της κοινωνίας ως βαρίδια, όπως δείχνουν οι αγροτικές κινητοποιήσεις εναντίον μιας κυβέρνησης που στην πραγματικότητα θα ήθελε να δει τον πρωτογενή τομέα να συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο και να συγκεντρώνεται σε λίγους και γι’ αυτό αντιμετωπίζει την κραυγή αγωνίας της αγροτιάς ως «εκβιασμό» και «παραβατικότητα».
Στο κέντρο αυτού του οικονομικού μοντέλου βρίσκεται και η περιφρόνηση για κάθε τι που είναι δημόσιο ή κρατικό, παρά τα πρόσφατα μαθήματα από τις πολυκρίσεις. Όμως, ξέρουμε πολύ καλά ότι δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική μεγέθυνση χωρίς ενεργό ρόλο του κράτους, χωρίς δημόσιες υποδομές, χωρίς βιομηχανική πολιτική (που σημαίνει σχέδιο και όραμα και όχι σέλφι με κάθε «επενδυτή» ακόμη και τυχάρπαστο) και δεν υπάρχει κοινωνική ευημερία χωρίς δημόσια και ποιοτική υγεία, παιδεία και κοινωνική ασφάλιση.
Όμως, δεν είναι μόνο η οικονομία και η ανάπτυξη που έχει φτάσει στα όρια της – εάν αναλογιστούμε και τη μείωση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων μετά το 2027. Είναι και η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας.
Η χώρα μας πέρασε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής και πολιτική κρίσης μέχρι την έξοδο από τα μνημόνια το 2018. «Πέτρινα χρόνια» που περιλάμβαναν και την επιβολή μιας συνθήκης μειωμένης κυριαρχίας και υπονόμευσης – με ευθύνη κυρίως των δανειστών – της δημοκρατίας.
Η σταδιακή επιστροφή στη θεσμική κανονικότητα, από το δημοψήφισμα του 2015 και μετά δεν μεταφράστηκε μετά το 2019 σε μια νέα σχέση ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη και μια αναβάθμιση θεσμών και πρακτικών λογοδοσίας.
Αντιθέτως, είδαμε στο όνομα του «επιτελικού κράτους» να διαμορφώνεται ένα μοντέλο πολύ πιο αυταρχικό και αντιδημοκρατικό, με την αναγόρευση του Μεγάρου Μαξίμου» σε αυτοτελές κέντρο εξουσίας, πρακτικές εξωθεσμικές όπως η παρακολούθηση μέσω της ΕΥΠ αλλά και μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού δημοσιογράφων, πολιτικών, υπουργών, επιχειρηματιών, δικαστικών και ανώτατων αξιωματικών, εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης, χειραγώγηση της ενημέρωσης και προπαγανδιστικό μηχανισμό με αδιαφανή χρηματοδότηση, και αντιμετώπιση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ως «διαρκούς απαλλακτικού βουλεύματος».
Αποκορύφωμα όλων αυτών η επίμονη άρνηση ανάληψης ευθύνης για την τραγωδία των Τεμπών και η συστηματική συκοφάντηση ενός τεράστιου κινήματος που ζήτησε το αυτονόητο: να εντοπιστούν και να τιμωρηθούν όλοι εκείνοι – όσο ψηλά και εάν βρίσκονται – που ευθύνονται για το ότι δύο τρένα βρέθηκαν να κινούνται στα τυφλά, σε αντίθετη κατεύθυνση αλλά στην ίδια γραμμή, κάτι που θα είχε αποφευχθεί εάν υπήρχαν στοιχειώδη τεχνικά μέσα ασφαλείας.
Όλα αυτά δεν είναι ατοπήματα, είναι πλέον μια νέα «κανονικότητα». Ως εάν το να παρακολουθούνται όσοι ενοχλούν (ή απλώς «ενδιαφέρουν») τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, το να υπαγορεύονται απαλλακτικά βουλεύματα που διαγράφουν κυβερνητικές ευθύνες, το να γίνονται εξεταστικές-παρωδία, είναι το πραγματικό «κράτος δικαίου».
Και βέβαια δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι σήμερα όχι μόνο δεν έχει δοθεί καμιά εγγύηση ότι θα υπάρξει ένα διαφορετικό ήθος και ύφος εξουσίας, αλλά αντιθέτως η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της στα ΜΜΕ, θεωρούν αυτονόητο ότι παρότι δεν πρόκειται να πάρει πάνω από 30% στις εκλογές, όποτε και εάν γίνουν, η Νέα Δημοκρατία πρέπει να συνεχίσει να κυβερνά και είναι ανεύθυνος όποιος δεν τη στηρίζει.
Δηλαδή, πρακτικά προτείνεται η υποκατάσταση της φιλελεύθερης δημοκρατίας από μια νεοφιλελεύθερη ολιγαρχία όπου η εξουσία δεν θα φύγει ποτέ από το κόμμα που σήμερα εκπροσωπεί μια μειοψηφία που επιμένει ότι τα «πράγματα πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση».
Ούτε είναι τυχαίο ότι τα μόνα «ανοίγματα» που έχει κάνει αυτή η κυβέρνηση – και το πολιτικό-επιχειρηματικό και μηντιακό «οικοσύστημα» που τη στηρίζει φανατικά – είναι προς την άκρα δεξιά, με ολοένα και πιο αυταρχικές και αντιδημοκρατικές πολιτικές όχι μόνο για τη μετανάστευση αλλά και για τη δικαιοσύνη και την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και παραβατικότητας.
Το ένα ενδεχόμενο για τη χώρα είναι όλα όσα περιγράφηκαν παραπάνω να συνεχιστούν. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης να παραμείνει πρωθυπουργός και η Νέα Δημοκρατία να παραμείνει κορμός της διακυβέρνησης με ή χωρίς την προσθήκη κάποιου «στηρίγματος» για να διαμορφώνεται κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Βεβαίως σε αυτή την περίπτωση, δεν θα πρόκειται απλώς για συνέχεια της τωρινής κατάστασης. Οι προβληματικές και αυταρχικές πλευρές και οι μορφές εργαλειοποίησης θεσμών, όπως και η αλαζονεία της εξουσίας θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο, ακριβώς επειδή πλέον θα έχουμε ένα «καθεστώς» που θα αισθάνεται ανίκητο.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτείνει στη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας την αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει, ότι σε αυτή τη χώρα μέλλον δεν υπάρχει, ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να «κοιτάς τη δουλειά σου».
Δεδομένου δε ότι η τρέχουσα «ανάπτυξη» θα εξαντληθεί σύντομα και οι άνθρωποι θα έχουν και οικονομικά προβλήματα και η οικονομική ανασφάλεια θα γίνεται ακόμη πιο μεγάλη, η οργή και η αγανάκτηση θα τροφοδοτεί είτε «τυφλές» εκρήξεις, είτε αναζήτηση δρόμων μετανάστευσης, είτε συσπείρωση γύρω από αντιδραστικές και αυταρχικές λογικές, στρώνοντας το χαλί για την «καθαρή» ακροδεξιά, όποια μορφή πάρει αυτή και που προφανώς δεν θα είναι αυτή του τωρινού θιάσου.
Και όλα αυτά θα συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον που αλλάζει, που η Τουρκία, σε πείσμα όσων γράφουν διάφοροι καλοθελητές, θα αναβαθμίζεται και άρα εθνικοί κίνδυνοι θα συνεχίσουν να υπάρχουν, με τη χώρα μας πέραν της «εξοπλιστικής διπλωματίας» να μην μπορεί να επιδείξει ότι και αυτή αναβαθμίζεται και έχει πραγματικό οικονομικό και κοινωνικό δυναμισμό.
Και το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται και καλείται ο καθένας να πάρει ξεκάθαρη θέση και να κρατήσει την ανάλογη στάση είναι εάν θέλουμε η χώρα μας να συνεχίσει σε αυτόν τον δρόμο. Και να βρεθούμε και τα επόμενα χρόνια να κάνουμε ανάλογους απολογισμούς. Και να συνεχίσουμε να μετράμε χαμένες ευκαιρίες. Και να λέμε, επί της ουσίας, κάθε πέρσι και καλύτερα. Και στα χαμένα χρόνια λόγω μνημονίων, να προσθέσουμε ακόμη μια επί της ουσίας χαμένη δεκαετία.
Ή εάν θέλουμε τα πράγματα να αλλάξουν.
Η χώρα μας έχει ανάγκη να αλλάξει ρότα. Δεν έχει ανάγκη απλώς να βελτιωθούν κάποιες «αστοχίες» ή να «εντατικοποιηθεί η προσπάθεια», ή να «επιταχυνθούν οι ρυθμοί». Έχει ανάγκη από ένα άλλο σχέδιο, για την οικονομία, τους θεσμούς, τον πολιτισμό. Απαιτείται μια ιστορική αλλαγή πορείας.
Αυτό σημαίνει ένα άλλο αναπτυξιακό μοντέλο, δυναμικότερο αλλά και δικαιότερο και πάνω από όλα ικανό όχι να εκμεταλλευτεί απλώς «πλουτοπαραγωγικούς πόρους» αλλά να κινητοποιήσει δημιουργικές δυνάμεις και να αξιοποιήσει το εργατικό και επιστημονικό δυναμικό, τις δεξιότητες, το μεράκι και τη γνώση του.
Σημαίνει ένα άλλο κράτος, γρήγορο και αποτελεσματικό αλλά και ικανό να προσφέρει πραγματική κοινωνική προστασία, καλά νοσοκομεία, σύγχρονα σχολεία και Πανεπιστήμια, υποδομές που θα κάνουν τη ζωή καλύτερη.
Σημαίνει μια άλλης ποιότητας δημοκρατία, μια νέα μεταπολίτευση, με τους πολίτες να γίνονται ξανά οι τελικοί κριτές των αποφάσεων, τους θεσμούς να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, την πραγματική νομιμότητα να επανέρχεται, τη δικαιοσύνη να απεγκλωβίζεται από τον τωρινό εναγκαλισμό με την εξουσία, τη Βουλή να σταματήσει να είναι μπερντές του καραγκιόζη για αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί.
Σημαίνει ένα άλλο αίσθημα ευθύνης σε όλα τα επίπεδα, από πολιτικούς που να θεωρούν ότι λογοδοτούν στην κοινωνία και όχι στους «χορηγούς» τους, έως πολίτες που να αντιλαμβάνονται ότι η αλλαγή και ένα καλύτερο αύριο περνάει μέσα από τη δική τους ευθύνη.
Σημαίνει, τέλος, μια νέα εθνική αυτοπεποίθηση, όχι με την έννοια της πατριδοκαπηλίας, αλλά του πραγματικού δυναμισμού και της προσπάθειας κατοχύρωσης ενός αναβαθμισμένου ρόλου στην ευρύτερη περιοχή.
Αυτή την αλλαγή έχουμε ανάγκη. Που είναι ταυτόχρονα τόσο αυτονόητη όσο και ανατρεπτική εάν δούμε το σημερινό τοπίο. Μια πραγματική «επανάσταση της κοινής λογικής».
Και αυτή η αλλαγή ξεκινά τώρα και μας αφορά όλους. Αφορά πολιτικούς και πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικά κινήματα και τον χώρο της διανόησης, την εργασία και την επιχειρηματικότητα. Αφορά την ευθύνη τελικά να μη συμβιβαστούμε με ό,τι προσβάλλει το δικαίωμα αυτής της χώρας και αυτού του λαού σε ένα καλύτερο αύριο.
Μόνο που το δικαίωμα να μην μετράμε χαμένα χρόνια το κατακτούμε. Δεν μπορεί να μας χαριστεί, ούτε μπορούμε να το αγοράσουμε.
Γιατί μπορούμε να αγοράσουμε τα πάντα, εκτός από τον χρόνο. Ούτε την ελπίδα μπορούμε να αγοράσουμε. Μπορούμε μόνο να τη φτιάξουμε.
Στο in θα συμβάλλουμε στο να γεννηθεί αυτή η ελπίδα. Κάνοντας αυτό που ξέρουμε: να προσφέρουμε αντικειμενική ενημέρωση και τεκμηριωμένη άποψη, να επαναφέρουμε την πολυφωνία που απουσιάζει από το μηντιακό τοπίο, να διαμορφώσουμε γόνιμο έδαφος για να γίνει η μεγάλη και αναγκαία συζήτηση για το καλύτερο μέλλον που πραγματικά αξίζει σε αυτή την κοινωνία και για την αλλαγή που έχουμε ανάγκη.
Από όλες και όλους εμάς στο in δεχτείτε τις πιο ειλικρινείς ευχές μας για υγεία, ευτυχία, προκοπή και δημιουργικότητα στη νέα χρονιά.