Εκείνοι που έχουν διαγνωστεί με ουρική αρθρίτιδα δεν πρέπει να φροντίζουν μόνο τις αρθρώσεις τους. Μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με τη συγκεκριμένη νόσο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και αρρυθμίες.
Γιατί όμως συνδέεται η ουρική αρθρίτιδα, που αποτελεί μορφή αρθρίτιδας, με τις καρδιακές παθήσεις; Η σχέση είναι σύνθετη και δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετές πιθανές εξηγήσεις. Και, όπως επισημαίνει ο δρ Robert Shmerling, ανώτερο μέλος της συντακτικής ομάδας του Harvard Health Publishing και πρώην επικεφαλής της Κλινικής Ρευματολογίας στο Beth Israel Deaconess Medical Center, «όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση της νόσου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον τρόπο ζωής και τη διατροφή, ό,τι είναι καλό για την ουρική αρθρίτιδα είναι καλό και για την καρδιά».
Αναλυτικότερα, η ουρική αρθρίτιδα εμφανίζεται όταν υπερβολική ποσότητα ουρικού οξέος συσσωρεύεται στο αίμα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο οργανισμός αποβάλλει αποτελεσματικά αυτό το άχρηστο προϊόν του μεταβολισμού, κυρίως μέσω των ούρων. Στα άτομα με ουρική αρθρίτιδα, όμως, το σώμα είτε παράγει υπερβολική ποσότητα είτε δεν αποβάλλει επαρκή ποσότητα. Εξαιτίας του πλεονάσματος που προκύπτει δημιουργούνται κρύσταλλοι ουρικού οξέος στις αρθρώσεις.
Το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά σε αυτούς, προκαλώντας φλεγμονή, πόνο και οίδημα – τα βασικά συμπτώματα μιας κρίσης ουρικής αρθρίτιδας. Εν τω μεταξύ, αν και η ακριβής αιτία της ουρικής αρθρίτιδας δεν είναι πλήρως γνωστή, είναι πιθανό να παίζει ρόλο η γενετική προδιάθεση.
Υπάρχουν, όμως, και άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο.
ΟΙ ΠΑΘΉΣΕΙΣ. Στο πλαίσιο αυτό, ο δρ Shmerling αναφέρεται σε συγκεκριμένες παθήσεις που φαίνεται να συνδέονται με την ουρική αρθρίτιδα και παράλληλα αποτελούν παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η παχυσαρκία, ο διαβήτης και η υψηλή αρτηριακή πίεση. Ομως, η ίδια η ουρική αρθρίτιδα ενδέχεται να αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Και αυτό διότι κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, το ανοσοποιητικό σύστημα προκαλεί έντονη φλεγμονώδη αντίδραση με συνέπεια ακόμη και στα μεσοδιαστήματα να παραμένει στον οργανισμό μια χαμηλού βαθμού φλεγμονή.
Η χρόνια φλεγμονή, με τη σειρά της, αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, μεταξύ άλλων, επειδή ευθύνεται για βλάβες στο εσωτερικό τοίχωμα των αγγείων. «Τα καλά νέα είναι ότι η ουρική αρθρίτιδα αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά», συμπληρώνει με νόημα ο δρ Shmerling. Για παράδειγμα, οι αλλαγές στη διατροφή και άλλες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής μπορούν να βοηθήσουν. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι με ουρική αρθρίτιδα χρειάζονται φαρμακευτική αγωγή, που όπως όλα δείχνουν συμβάλλει παράλληλα και στη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης καρδιαγγειακών παθήσεων.
ΦΆΡΜΑΚΑ. Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Μάρτιο στο JAMA Internal Medicine διαπίστωσε ότι τα άτομα με ουρική αρθρίτιδα που, χάρη στη φαρμακευτική αγωγή, μείωσαν τα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα κάτω από 6 mg/dL, είχαν κατά 9% μικρότερη πιθανότητα να υποστούν έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο ή να πεθάνουν από καρδιαγγειακή νόσο κατά τα επόμενα πέντε χρόνια.
Ο ειδικός της Ιατρικής Σχολής του Harvard διευκρινίζει ότι στους ασθενείς, συνήθως συνταγογραφούνται φάρμακα δύο κατηγοριών. Η πρώτη χορηγείται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια μιας κρίσης και περιλαμβάνει μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ). Η δεύτερη κατηγορία αφορά φάρμακα, τα οποία λειτουργούν προληπτικά έναντι μελλοντικών κρίσεων, μειώνοντας τα επίπεδα ουρικού οξέος. Αυτά τα φάρμακα συνήθως συνιστώνται σε άτομα με σοβαρές ή συχνές κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, δηλαδή δύο ή περισσότερες κρίσεις τον χρόνο.
«Συζητήστε με τον γιατρό σας για τον αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Εκτός από την παρακολούθηση των επιπέδων ουρικού οξέος, είναι σημαντικό να ελέγχετε την αρτηριακή πίεση, το σάκχαρο και τη χοληστερόλη. Εφόσον χρειάζεται, υπάρχουν φαρμακευτικές θεραπείες που βοηθούν στη ρύθμιση όλων αυτών των παραγόντων», καταλήγει.











